διαβολεμένος


διαβολεμένος
[диаволименос]εκ.ρ. дьявольский

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαβολεμένος" в других словарях:

  • διαβολεμένος — η, ο 1. αυτός που έχει σατανικές ιδιότητες, ο ασεβής, ο επικατάρατος 2. αυτός που έχει εξαιρετικές ικανότητες ή ιδιότητες, («διαβολεμένος μάστορας», «διαβολεμένο κέφι») 3. κακεντρεχής 4. (για πράγματα) τρομερός, ανυπόφορος …   Dictionary of Greek

  • διαβολεμένος — η, ο 1. (για τους ανθρώπους), διαβολάνθρωπος. 2. (για πράγματα), ιδιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό: Έχω μια διαβολεμένη πείνα! …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διάβολος — I Κακό και βλαβερό πνεύμα, που εμφανίζεται σε όλες τις θρησκείες και είχε πλούσιες περιγραφές στην κλασική λογοτεχνία, στα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και στα έργα παλαιών χριστιανών συγγραφέων. Η λέξη δ. σημαίνει συκοφάντης και… …   Dictionary of Greek

  • παμπόνηρος — η, ο (ΑΜ παμπόνηρος, ον) πάρα πολύ πονηρός, πάρα πολύ κακός («Παύσων ὁ παμπόνηρος», Αριστοφ.) νεοελλ. 1. τετραπέρατος, διαβολεμένος, πανέξυπνος 2. φρ. «παμπόνηρη αλεπού» ύπουλος άνθρωπος νεοελλ. μσν. αυτός που υποκρίνεται τον αγαθό ενώ στην… …   Dictionary of Greek

  • πονηρός — ή, ό / πονηρός, ά, όν, ΝΜΑ 1. (με ηθ. σημ.) ο κακός στην εσωτερική του φύση, αυτός που ρέπει προς την απάτη, πανούργος, δόλιος 2. το αρσ. ως ουσ. ο πονηρός ο διάβολος, ο σατανάς 3. το ουδ. ως ουσ. το πονηρό(ν) πονηρία, κακό 4. φρ. «πονηρά… …   Dictionary of Greek

  • δαίμονας — ο 1. διάβολος, σατανάς, το πνεύμα του κακού:  Δεν μπορεί να κάνει τίποτα καλό, γιατί έχει τον δαίμονα μέσα του. 2. μτφ., άνθρωπος καταχθόνιος, δόλιος και έξυπνος, διαβολεμένος: Σε όλη του την επιχειρηματική του ζωή υπήρξε σωστός δαίμονας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πονηρός, -ή — ό 1. ο κακοπροαίρετος, ο δόλιος, ο πανούργος: Πονηρός άνθρωπος. 2. έξυπνος, διαβολεμένος: Δεν τον γελάς, είναι πονηρός. 3. το αρσ. ως ουσ., πονηρός διάβολος, δαίμονας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σατανικός — ή, ό επίρρ. ά διαβολεμένος, καταχθόνιος: Σατανικά σχέδια. – Σατανικό μυαλό. – Σατανικό γέλιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τετραπέρατος — η, ο ο πολύ έξυπνος, διαβολεμένος, παμπόνηρος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)